Γυναικοκτονία: το πατριαρχικό έγκλημα που ο Ποινικός Κώδικας αγνοεί
✍️ Femmess - Φεμινιστική Συλλογικότητα Άργους Ορεστικού

Τις κυνήγησαν στο δρόμο, τις μαχαίρωσαν έξω από αστυνομικά τμήματα, τις έσπασαν στο ξύλο. Πολλοί είναι οι τρόποι με τους οποίους άνδρες σκότωσαν γυναίκες. Οι δολοφονημένες γυναίκες δεν είναι αριθμοί στις ειδήσεις, ήταν άνθρωποι με όνειρα, ελπίδες, απόψεις, χαρές, λύπες, θυμό, αγάπη. Ωστόσο δεν είχαν ένα πράγμα, την ελευθερία τους. Την ελευθερία του να υπάρχεις ως γυναίκα, ως ανθρώπινο ον κι όχι ως άτομο δεύτερης κατηγορίας και κτήμα του άνδρα που σε θεωρεί κατώτερη. Ως γυναίκα σε έναν πατριαρχικό κόσμο η ελευθερία της ύπαρξης δεν είναι δεδομένη για σένα, ζεις με τον φόβο ότι θα τη στερηθείς ακόμα και απ’ αυτούς που υποτίθεται ότι σε αγαπάνε. Ζεις μέσα στη βία, γιατί κι ο φόβος είναι βία. Ζεις σε ένα κράτος που κλείνει τα μάτια του και δε σε ακούει πραγματικά. Όσες επιβίωσαν ζουν από καθαρή τύχη. Μέχρι πότε θα βασιζόμαστε στην τύχη για να επιβιώνουμε;
Δεν είναι ούτε «έγκλημα πάθους», ούτε «οικογενειακή τραγωδία», ούτε «συζυγοκτονία». Είναι γυναικοκτονία, γιατί τη σκότωσε επειδή ήταν γυναίκα. Επειδή έχει συγκεκριμένες στερεοτυπικές αντιλήψεις για το πώς πρέπει να είναι η γυναίκα και μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι είναι ανώτερος ενώ εκείνη πρέπει να υποτάσσεται. Για την πατριαρχία «άνδρας» σημαίνει βία και «γυναίκα» σημαίνει υποταγή και το σύστημα αυτό υπηρετείται αδιάκοπα από κυβέρνηση και ΜΜΕ, πράγμα που γίνεται προφανές από την έλλειψη ουσιαστικών μέτρων.
Τα ενημερωτικά σποτ που παίζονται την 25η Νοεμβρίου (Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών) και την 8η Μαρτίου (Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα της Γυναίκας) απευθύνονται στα θύματα και στα υποψήφια θύματα σαν να είναι εκείνες το πρόβλημα. «Μίλα», «Σπάσε τη σιωπή», «Φύγε».
Η Κυριακή Γρίβα μίλησε και ο δολοφόνος της τη σκότωσε έξω από το αστυνομικό τμήμα μετά την κυνική άρνηση των αστυνομικών να τη βοηθήσουν. Και άλλες πολλές προσπάθησαν να φύγουν και όμως δεν τα κατάφεραν. Για να φύγει ένα θύμα έμφυλης βίας χρειάζεται ένα λεπτομερές και ασφαλές σχέδιο απόδρασης, όπως συμβουλεύουν οι αρμόδιοι φορείς.
Επομένως, γιατί αυτά τα σποτ δεν απευθύνονται ποτέ στους θύτες και τους υποψήφιους θύτες; Γιατί δεν ακούμε μηνύματα όπως «Μην τη σκοτώσεις», «Δεν σου ανήκει», «Μην τη χτυπάς», «Μην τη βιάζεις», «Μην την παρενοχλείς», «Δεν είναι κτήμα σου», «Σεβάσου τη»; Γιατί δεν γίνεται ξεκάθαρο το πού είναι το πρόβλημα; Το ίδιο συμβαίνει και με το δικαστικό σύστημα το οποίο ρίχνει το βάρος της απόδειξης στο θύμα που καλείται να ζήσει ξανά και ξανά την τραυματική στιγμή της βίας και της κακοποίησης.
Τι είναι η γυναικοκτονία;
Ως γυναικοκτονία ορίζεται ευρέως η δολοφονία μιας γυναίκας, ενός κοριτσιού ή μίας θηλυκότητας λόγω του φύλου της. Ο όρος “γυναικοκτονία” (στα αγγλικά “femicide”), έχει ήδη αναγνωριστεί διεθνώς από τον ΟΗΕ, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Λέγεται έτσι καθώς δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά για ένα φαινόμενο που αποτελεί κορύφωση μιας συστηματικής και συστημικής καταπίεσης που εκφράζεται μέσα από έμφυλα στερεότυπα και έμφυλη βία. Η γυναικοκτονία είναι προϊόν της διαιώνισης των ιδεών που στηρίζουν την ανδρική κυριαρχία πάνω στην γυναίκα. Πρόκειται για ένα έγκλημα μίσους με έμφυλα και σεξιστικά αιτία.
Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, πέντε γυναίκες ή κορίτσια σκοτώνονται κάθε ώρα κατά μέσο όρο σε όλο τον κόσμο, μέσα στην ίδια τους την οικογένεια. Οι πιο συχνές γυναικοκτονίες συμβαίνουν στο πλαίσιο συζυγικής ή συντροφικής σχέσης, όταν π.χ. μια γυναίκα αποφασίζει να χωρίσει. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι άνδρες θέλησαν να τιμωρήσουν τις γυναίκες γιατί θέλησαν να λάβουν οι ίδιες αποφάσεις για τη ζωή και το σώμα τους.
«Το σπίτι είναι πολλές φορές το πιο επικίνδυνο μέρος για μια γυναίκα», έχει ειπωθεί, όχι αδίκως, ιδίως σε μια περίοδο αναγκαστικού εγκλεισμού. Μια γυναικοκτονία είναι το αποκορύφωμα της προϋπάρχουσας έμφυλης βίας, την οποία το θύμα έχει βιώσει κατ’ επανάληψη και συστηματικά, κατά κανόνα από τους ανθρώπους που θα έπρεπε, καταρχήν, να εμπιστεύεται», όπως γράφει η δικηγόρος Μαρία Αποστολάκη στο Syntagma Watch.
«Ο όρος “γυναικοκτονία” άρχισε να καθιερώνεται στη φεμινιστική θεωρία στη δεκαετία του 1990, ακριβώς για να αναδείξει τα ιδιαίτερα έμφυλα χαρακτηριστικά αυτού του εγκλήματος, το οποίο φυσικά δεν είναι σύγχρονο φαινόμενο. Η βία κατά των γυναικών είναι φαινόμενο, που οφείλεται ξεκάθαρα στην πατριαρχική –κυρίως στερεοτυπική– αντίληψη περί της κατωτερότητας του γυναικείου φύλου» εξηγεί ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Παυλίδης στην Parallaxi.
Γιατί πρέπει να αναγνωρισθεί νομικά ο όρος «γυναικοκτονία»;
Όπως, υποστηρίζεται συχνά, η νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως ειδικού ποινικού αδικήματος θα βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση και αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών και θηλυκοτήτων, αναδεικνύοντας τις βαθιά ριζωμένες κοινωνικές και πολιτισμικές ανισότητες που την προκαλούν.
Η νομική κατοχύρωση του όρου είναι ένα από τα σημαντικά βήματα που πρέπει να γίνουν για την εξάλειψη του φαινομένου, καθώς οι υφιστάμενοι νόμοι χρησιμοποιούν μια άφυλη γλώσσα που αγνοεί την κοινωνική πραγματικότητα και μειώνει την αποτελεσματικότητα τους, σύμφωνα και με τις Μελέτες Νέων Ερευνητ(ρι)ών για το Φύλο.
Σε συνέχεια της συνέντευξής του, ο κος Παυλίδης απαντά σε όσα άτομα διαφωνούν με την νομική αναγνώριση του όρου “γυναικοκτονία”: «Η νομοθετική κατοχύρωση του όρου “γυναικοκτονία” έγκειται στην βούληση του νομοθέτη δηλαδή του Κοινοβουλίου. Το βασικό επιχείρημα όσων δέχονται τον όρο με την κοινωνική του διάσταση αλλά αρνούνται τη νομική του κατοχύρωση είναι το εξής: Το έγκλημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ) αποτελεί ένα έγκλημα, το οποίο επισύρει τη βαρύτερη ποινική κύρωση που προβλέπεται από τον Ποινικό Κώδικα στην έννομη τάξη μας, ήτοι ισόβια κάθειρξη. Αν λοιπόν, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας προστεθεί ένα plus απαξίας, εφόσον στρέφεται κατά μίας γυναίκας, και άρα εμφορείται με χαρακτηριστικά έμφυλης βίας, τότε τι είδους διαφοροποίηση θα πρέπει να εισαχθεί όσον αφορά την ποινική κύρωση; [...] Η αυστηρότερη ποινική αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού θα συνδράμει στον “αφοπλισμό” των εν δυνάμει δραστών. Πράγματι, με βάση το άρθρο 299 παράγραφος 1 ΠΚ “όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη”. Η διάταξη της παρ. 2 ωστόσο ορίζει ότι “αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη”. [...] Γίνεται λοιπόν αντιληπτό πως σε περιπτώσεις που οι δικαστικές αρχές προβούν σε διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό της αφαίρεσης της ζωής μίας γυναίκας εξαιτίας του φύλου της, το πλαίσιο ποινής διαμορφώνεται διαφορετικά».
Επομένως ο χαρακτηρισμός της δολοφονίας μιας γυναίκας από έναν άνδρα ως “γυναικοκτονία” θα δώσει άλλη βαρύτητα στην ποινική της μεταχείριση από το δικαστικό σύστημα, με αυξημένη αυστηρότητα απέναντι στα φερόμενα ως “ελαφρυντικά” όπως ο φόνος “εν βρασμώ ψυχής”. Σύμφωνα με τον κο Παυλίδη ένας τρόπος αντιμετώπισης του φαινομένου των γυναικοκτονιών θα ήταν η τροποποίηση του άρθρου περί εγκλημάτων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά (82Α ΠΚ) «που ορίζει ότι εάν ο δράστης επέλεξε το θύμα λόγω ενός χαρακτηριστικού του, τότε το ελάχιστο όριο της ποινής που μπορεί να του επιβληθεί αυξάνεται και, ειδικά στα κακουργήματα, αυξάνεται κατά δύο έτη. Το φύλο ως λόγος διάκρισης, θα έπρεπε να ανήκει στα χαρακτηριστικά που περιλαμβάνονται στο άρθρο 82Α. Έτσι, το άρθρο 82Α θα έπρεπε να τροποποιηθεί ώστε αφενός ο τίτλος του να περιλαμβάνει και τα σεξιστικά χαρακτηριστικά και, αφετέρου, να προβλέπει ότι εάν ο δράστης ανθρωποκτονίας επιλέξει το θύμα λόγω του φύλου του, θα έχει αυστηρότερη ποινική μεταχείριση. Η αυστηρότερη ποινική μεταχείριση μπορεί να έγκειται είτε στο στάδιο της επιμέτρησης είτε της αναγνώρισης ελαφρυντικών είτε της υφ’ όρου απόλυσης του δράστη. Μάλιστα η νομοθετική κατοχύρωση του όρου της γυναικοκτονίας δεν εισάγει κάποια αντισυνταγματική διάκριση με βάση το φύλο του θύματος ή του δράστη. Τα ειδικά μέτρα τα οποία είναι αναγκαία για την πρόληψη και προστασία των γυναικών από την έμφυλη βία δεν θεωρούνται διακριτική μεταχείριση σύμφωνα τόσο με το άρθρο 4 παράγραφος 4 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης όσο και με το Σύνταγμα».
Η νομική αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία» σε παγκόσμιο επίπεδο
Ο κοινωνικοπολιτικός όρος “γυναικοκτονία” έχει κατοχυρωθεί νομικά μόλις σε ελάχιστα κράτη παγκοσμίως, ανάμεσά τους σχεδόν όλα τα κράτη της Λατινικής Αμερικής, όπως το Μεξικό, η Γουατεμάλα, το Ελ Σαλβαδόρ, η Χιλή και άλλα. Παρατηρείται ότι η θεσμοθέτηση αυτή αύξησε την εμπιστοσύνη των επιζήσασων της έμφυλης βίας, καθώς και των οικογενειών των δολοφονημένων γυναικών προς τα δικαστικά συστήματα των κρατών τους. Επιπλέον, συνέβαλε στην κατάλληλη εκπαίδευση και κατάρτιση των δρώντων του δικαστικού συστήματος, δικαιώνοντας αποτελεσματικότερα τις επιζήσασες ή μη.
Στην Ευρώπη, η Γαλλία, το Βέλγιο, η Κύπρος, η Κροατία, η Μάλτα και η Ιταλία έχουν αναγνωρίσει και συμπεριλάβει τον όρο στον ποινικό τους κώδικα. Η ίδρυση του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τις Γυναικοκτονίες έχει επισημάνει τη σημασία της χρήσης μιας έμφυλης γλώσσας και την αναγνώριση των καταπιεστικών συστημάτων που διατηρούν την έμφυλη κακοποίηση. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση συμμετέχει από το 2017 στην πρωτοβουλία «Spotlight» μαζί με τα Ηνωμένα Έθνη (UNWOMEN), με σκοπό τον τερματισμό όλων των μορφών βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών.
Η πρώτη χώρα που νομοθέτησε ώστε η γυναικοκτονία να θεωρείται νομικά συγκεκριμένο και ξεχωριστό έγκλημα ήταν η Κόστα Ρίκα το 2007. Ένας άνδρας που δολοφονεί τη σύζυγο ή τη σύντροφό του μπορεί να τιμωρηθεί με φυλάκιση από 20 έως 35 χρόνια. Υπάρχουν επίσης συγκεκριμένες ποινές για σωματική κακοποίηση και βία. Επιπρόσθετα, η Κόστα Ρίκα διεύρυνε τον ορισμό της γυναικοκτονίας και για τις δολοφονίες οι οποίες διαπράττονται από άτομα που έχουν σχέση εμπιστοσύνης, φιλίας, εξουσίας ή δύναμης με τα θύματά τους και όχι μόνο από στενό σύντροφο ή μέλος της οικογένειας. Με αυτό τον τρόπο τα εγκλήματα κατά των γυναικών μπορούν να χαρακτηριστούν ως γυναικοκτονία και να τιμωρηθούν ως τέτοια ακόμη και αν δεν υπάρχει “στενή” σχέση ανάμεσα στο δράστη και το θύμα. Αντιστοίχως, η Ισπανία ήταν η πρώτη χώρα στην Ευρώπη η οποία συμπερίλαβε στην επίσημη καταμέτρηση των γυναικοκτονιών και εκείνες που διαπράχθηκαν εκτός συντροφικής ή ενδοοικογενειακής σχέσης.
Σήμερα, η Κόστα Ρίκα έχει χαμηλότερο ποσοστό γυναικοκτονιών σε σύγκριση με τις γειτονικές της χώρες, τη Γουατεμάλα, το Ελ Σαλβαδόρ και το Μεξικό.
Γιατί ο όρος “γυναικοκτονία” δεν αναγνωρίζεται στην Ελλάδα;
Η Ελλάδα έχει υπογράψει τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η οποία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λάβουν νομοθετικά και άλλα μέτρα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και των θηλυκοτήτων και της ενδοοικογενειακής βίας. Η σχετική νομοθεσία περιλαμβάνει τον νόμο 3500/2006 περί ενδοοικογενειακής βίας, την πρόσφατη τροποποίηση του αδικήματος του άρθρου 336 ΠΚ όπου εντάχθηκε και ο ορισμός του εγκλήματος του βιασμού που βασίζεται στην απουσία της συναίνεσης, την επικύρωση της Σύμβασης της Κων/πολης (ν.4531/2018) σύμφωνα με την οποία ποινικοποιούνται πλέον μορφές έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, που ως πρόσφατα δεν αναγνωρίζονταν νομικά ως τέτοιες (παρενοχλητική παρακολούθηση -stalking, ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων κ.ο.κ.). Όλα τα παραπάνω νομικά κείμενα αφορούν τις περισσότερες μορφές έμφυλης βίας που κατά κανόνα προηγούνται χρονικά μιας γυναικοκτονίας. Η συγκεκριμένη νομοθεσία βρίσκεται αυτή τη στιγμή διαθέσιμη προς αξιοποίηση από τα Δικαστήρια, ωστόσο συχνό φαινόμενο είναι η σχετικοποίηση της βίας και οι προκαταλήψεις από την πλευρά του δικαστικού συστήματος, που υπονομεύουν την απονομή δικαιοσύνης και πολλές φορές οδηγούν σε ατιμωρησία των δραστών και σε επανέκθεση των θυμάτων σε κίνδυνο.
Παρά τις υπάρχουσες νομοθετικές ρυθμίσεις και τα επιπλέον μέτρα που πάρθηκαν τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της έξαρσης των γυναικοκτονιών, ο όρος παραμένει εκτός του Ποινικού Κώδικα της χώρας. Η γυναικοκτονία αντιμετωπίζεται ως ανθρωποκτονία και οι δράστες διώκονται βάσει των γενικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα. Όσον αφορά το λόγο για τον οποίο συμβαίνει αυτό, ο Υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη, Ανδρέας Νικολακόπουλος, απάντησε: «Καθόλου δεν τρομάζει ο όρος γυναικοκτονία. Έχουμε συζητήσει κατ’ επανάληψη για την υιοθέτηση αυτού του όρου, αλλά πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι το τι χαρακτηριστικά θα έχει η υιοθέτηση αυτού του όρου. Πρέπει να δούμε από τις εγκληματολογικές και κοινωνικές διαστάσεις αλλά και να δούμε πώς μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε συνολικά». Δεδομένου ότι άλλες χώρες έχουν τυποποιήσει νομικά τον όρο, θα έπρεπε να δοθεί μια πιο λεπτομερή απάντηση σχετικά με τα κωλύματα της ελληνικής κυβέρνησης στο να προχωρήσει στο επόμενο βήμα.
Άλλη μια παράλειψη που εμποδίζει την εξάλειψη του φαινομένου είναι η απουσία επίσημων καταγραφών των γυναικοκτονιών στην Ελλάδα. Το Ελληνικό Τμήμα του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου μπόρεσε να διερευνήσει τα ποσοστά γυναικοκτονιών μόνο μέσω των ΜΜΕ, γεγονός ενδεικτικό της αδράνειας των κρατικών φορέων και της Αστυνομίας να καταγράψουν τη συχνότητα αυτού του τύπου εγκλημάτων. Η αποτύπωση της διάστασης του φαινομένου στη χώρα γίνεται μέσω της συγκέντρωσης του συνολικού αριθμού των γυναικών θυμάτων ανθρωποκτονίας με πρόθεση (άρθρο 299 του Ποινικού Κώδικα), ενώ η σχέση τους με τον δράστη προκύπτει σε συνδυασμό με τον νόμο για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας (Ν. 3500/2006). Αυτό οδηγεί σε χαμηλότερες καταγραφές των γυναικοκτονιών που συμβαίνουν εκτός της οικογενειακής εστίας και της συντροφικής σχέσης, όπως τα εγκλήματα μίσους που συνδέονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό, τα σεξουαλικά εγκλήματα και οι διασυνδέσεις με μορφές οργανωμένου εγκλήματος.
Οι νόμοι δεν αρκούν
Όσο σημαντικό κι αν είναι το επαρκές νομικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας, η πραγματικότητα μας δείχνει ότι δεν αρκεί για την εξάλειψή της. Αυτό καταδεικνύεται και από μια έκθεση από το Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου σχετικά με την κατάσταση στο Μεξικό όπου ενώ ο όρος «γυναικοκτονία» είναι νομικά κατοχυρωμένος, δεν υπάρχει μείωση των γυναικοκτονιών. Επιπλέον, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ακόμα κι αν η υπάρχουσα νομοθεσία είναι λεπτομερής, η εφαρμογή της από το πολιτικό, αστυνομικό και δικαστικό σύστημα αλλά και η παροχή υποστήριξης στα θύματα συνεχίζουν να είναι προβληματικές και ελλιπείς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των ελλείψεων συνιστά η Ελλάδα, όπου παρά την τυπική συμμόρφωση με το διεθνές και Ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο, τις αυστηρές ποινές που προβλέπονται, την εφαρμογή στρατηγικών δράσεων και τη λειτουργία υπηρεσιών και δομών για την πρόληψη της έμφυλης βίας, η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, διαπιστώνει σοβαρές ανεπάρκειες στην προστασία στην πράξη. Το ουσιαστικό συστημικό πρόβλημα που αναφέρεται έχει να κάνει κυρίως με την απουσία συστηματικής, ευαισθητοποιημένης ως προς το φύλο αξιολόγησης κινδύνου και διαχείρισης της ασφάλειας σε όλες τις περιπτώσεις έμφυλης βίας. Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες έχουν αρχίσει να μιλούν και να καταγγέλλουν περιστατικά έμφυλης βίας, η αντιμετώπιση από την αστυνομία και οι μακρόχρονες διαδικασίες στα δικαστήρια πολλές φορές τις αποθαρρύνει.
Η πρόληψη είναι το σημαντικότερο μέτρο το οποίο η ελληνική Πολιτεία φαίνεται να παραλείπει ή να μην του δίνει την πρέπουσα σημασία. Για την αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτείται συνδυαστική δράση που αφορά πολλαπλούς τομείς ώστε να στοχεύεται η ρίζα του, δηλαδή οι σεξιστικές και στερεοτυπικές αντιλήψεις. Μια γυναικοκτονία δεν είναι ένας κεραυνός εν αιθρία, αλλά το αποτέλεσμα πολλών και συστηματικών, μικρών ή μεγάλων πράξεων έμφυλης βίας και καταπίεσης.
Όπως προκύπτει από την δημοσιογραφική καταγραφή του φαινομένου στην Ελλάδα αλλά και από την Πανευρωπαϊκή Έρευνα του FRA (2014) για τη μελέτη του στην Ευρώπη, η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών που δολοφονήθηκαν από άνδρες, ήδη από το παρελθόν κακοποιούνταν συστηματικά από τον σύζυγο, τον σύντροφο, νυν ή πρώην, ή κάποιο άλλο μέλος της οικογένειάς τους. Επίσης, συχνά έχουν γίνει καταγγελίες για τους θύτες στο παρελθόν είτε από το ίδιο το θύμα είτε από προηγούμενες συντρόφους του, ωστόσο εξακολουθούσε να κυκλοφορεί ελεύθερος. Η κακοποίηση αυτή, που μπορεί να είναι σωματική, σεξουαλική, λεκτική, ψυχολογική, οικονομική ή συνδυασμός όλων αυτών των μορφών, έχει επιπτώσεις που παραλύουν το θύμα τόσο ψυχολογικά όσο και οικονομικά με αποτέλεσμα να αποθαρρύνεται να προχωρήσει σε καταγγελία. Ακόμα και σήμερα, η έλλειψη υποστήριξης και οι ακατάλληλες/αντιεπαγγελματικές συμπεριφορές από τα αστυνομικά όργανα λόγω έλλειψης κατάλληλης εκπαίδευσης και γνώσης του νομικού πλαισίου ή και αναπαραγωγής έμφυλων στερεοτύπων, επιδρούν ακόμα πιο έντονα σ’ αυτήν την αποθάρρυνση.
Όπως επισημαίνει η δικηγόρος Μαρία Αποστολάκη, η προβληματική αντιμετώπιση των αστυνομικών αρχών έγκειται και στην παρότρυνση τους για διατήρηση της οικογενειακής συνοχής, στην αδράνεια και τη μη εφαρμογή των προβλεπόμενων διαδικασιών. Όλα αυτά έχουν «οδηγήσει αρκετές φορές πίσω στις οικογενειακές εστίες τους πολλές γυναίκες που κακοποιήθηκαν ξανά και ξανά, μέχρι που κάποια στιγμή δολοφονήθηκαν».
Ακόμα, σύμφωνα με την κα Αποστολάκη, «πιθανό είναι, αν και συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για να ενεργοποιηθεί η αυτόφωρη διαδικασία μετά από την υποβολή μιας μήνυσης για πλημμέλημα, να μην αναζητείται, συλλαμβάνεται κ.ο.κ. ο δράστης με αποτέλεσμα να ορίζεται τακτική δικάσιμος ακόμη και μετά από αρκετά χρόνια! Αν σκεφτούμε, δε, τον μεταναστευτικό και προσφυγικό πληθυσμό, διαπιστώνουμε πως είναι ακόμη πιο δύσκολο ένα θύμα ενδοοικογενειακής κακοποίησης να απευθυνθεί στις Αρχές και να καταγγείλει, λόγω της συχνής έλλειψης διερμηνέων ή του υπαρκτού κινδύνου για σύλληψη και διοικητική κράτηση, αν το θύμα δεν διαθέτει τα απαιτούμενα νομιμοποιητικά έγγραφα, παρά τις ρητές προβλέψεις της νομοθεσίας μας, που παρέχουν προστασία από την κράτηση και επιστροφή για άτομα που καταγγέλλουν ενδοοικογενειακή κακοποίηση (αρ. 41 παρ 1 περ. 8 Ν. 3907/2011)».
Η περίπτωση της Ελένης Τοπαλούδη, η άγρια σεξουαλική επίθεση και δολοφονία της οποίας σημάδεψε την επικαιρότητα της χώρας το 2018, έχει προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερη ανησυχία στις θηλυκότητες όχι μόνο λόγω της έντασης του εγκλήματος όσο και λόγω του ότι σε πρότερη κακοποίηση της η Ελένη απευθύνθηκε στην αστυνομία και δεν προστατεύτηκε.
Τα νεοσύστατα Γραφεία αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας που λειτουργούν εντός Αστυνομικών Τμημάτων είναι ένα θετικό βήμα, ωστόσο όπως τονίζουν η Μαρία Αποστολάκη και η Άννα Βουγιούκα εκ μέρους του Κέντρου Διοτίμα «οι διωκτικές Αρχές συχνά αγνοούν, παραβλέπουν ή και διαπράττουν, τα ίδια τα μέλη τους, πράξεις έμφυλης βίας, ενώ η δευτερογενής θυματοποίηση είναι συχνότατη. Για αυτό είναι σημαντικό να λογοδοτούν οι Αρχές, ενώ χρειάζεται να απαιτήσουμε την εφαρμογή του νόμου».
Το γεγονός ότι οι περισσότερες γυναικοκτονίες διαπράττονται από νυν ή πρώην συζύγους ή συντρόφους καταδεικνύει την έντονη τοξική αρρενωπότητα που διαποτίζει αυτά τα εγκλήματα. Επομένως κρίνεται υψίστης σημασίας η αναγνώρισή της ως ενός κοινωνικού προβλήματος και η ολιστική αντιμετώπιση του από την Πολιτεία αλλά και ολόκληρη την κοινωνία. Ως κοινωνικό πρόβλημα απαιτεί τη συλλογική συμπαράσταση, υποστήριξη και ενεργή συμμετοχή των κρατικών θεσμών, των αρχών και των μελών της κοινωνίας για να δημιουργηθούν μακροπρόθεσμες λύσεις για την εξάλειψη των γυναικοκτονιών αλλά και προκειμένου να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον όπου οι γυναίκες θα αισθάνονται ασφαλείς και προστατευμένες. Μερικές από αυτές τις λύσεις περιλαμβάνουν: ανθρωπιστική παιδεία στα σχολεία και σεξουαλική αγωγή, ενίσχυση του νομικού πλαισίου, σοβαρή ποινική μεταχείριση χωρίς προκαταλήψεις, καλύτερη προστασία των θυμάτων έμφυλης βίας, αντίστοιχη εκπαίδευση της αστυνομίας και αυστηρότερη αντιμετώπιση του σεξιστικού λόγου στα ΜΜΕ.
Η ελλιπής απόκριση των αστυνομικών και δικαστικών αρχών, η έλλειψη σχεδιασμού και εφαρμογής ενός πολυεπίπεδου προστατευτικού πλαισίου το οποίο να είναι ικανό να προλαμβάνει την έμφυλη βία δεν μπορεί να είναι ανεκτές καταστάσεις. Το να διεκδικούμε την ουσιαστική αντιμετώπιση όλων των μορφών έμφυλης βίας από όλους τους κρατικούς θεσμούς έχει τόση σημασία όση και η προσπάθεια για τη νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας.
Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;
Ως κοινωνία των πολιτών, είτε μεμονωμένα είτε συλλογικά, μπορούμε και οφείλουμε να ενημερωθούμε πάνω στα έμφυλα ζητήματα και την αντίστοιχη επικαιρότητα από φεμινιστικές συλλογικότητες και οργανισμούς και να ασκήσουμε πίεση στο πολιτικό σύστημα για την υιοθέτηση αποτελεσματικών μέτρων που θα εστιάζουν στην πρόληψη όλων των μορφών έμφυλης βίας. Μπορούμε να δημιουργήσουμε ή να ενταχθούμε σε φεμινιστικές ομάδες και συλλογικότητες, να ενισχύσουμε τη δράση τους, να οργανώσουμε και να συμμετέχουμε σε πορείες διαμαρτυρίας που διεκδικούν την ουσιαστική ισότητα των φύλων. Επιπλέον, μπορούμε να δρούμε αλληλέγγυα προς τα θύματα έμφυλης βίας, έχοντας τα μάτια μας ανοιχτά για ενδεχόμενα περιστατικά γύρω μας, να ρωτάμε αν και πώς μπορούμε να βοηθήσουμε, αλλά και, εφόσον αισθανόμαστε την ασφάλεια, να αντιμετωπίζουμε τον σεξιστικό λόγο και τις σεξιστικές συμπεριφορές που συναντάμε στην καθημερινότητά μας. Ακόμα μπορούμε να αναζητήσουμε πληροφορίες, νομική, ψυχολογική ή άλλη υποστήριξη από αρμόδιους κρατικούς φορείς όπως τα Κέντρα Συμβουλευτικής Γυναικών.
Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους κρατικούς φορείς προστασίας, εδώ.
Τηλεφωνική γραμμή SOS: 15900



